χάζι

χάζι
το удовольствие; забава, развлечение;

κάνω χάζι — забавляться, развлекаться;

τον κάνω χάζι — он меня забавляет, развлекает;

§ έχει χάζι να... — было бы забавно...


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "χάζι" в других словарях:

  • χάζι — το, Ν 1. το να κοιτάζει κανείς με ευχαρίστηση ασήμαντα πράγματα 2. φρ. α) «κάνω χάζι» μού αρέσει, μέ διασκεδάζει κάτι β) «έχει χάζι» i) είναι διασκεδαστικό ii) είναι ενδιαφέρον. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. haz «ευχαρίστηση»] …   Dictionary of Greek

  • χάζι — το (λ. τουρκ.) 1. ευχαρίστηση, γούστο: Τον κάνω χάζι. 2. φρ., «Έχει χάζι να...», θα ήταν ευχάριστο να …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαζός — ή, ό, Ν 1. (για πρόσ.) α) αυτός που χάσκει, χάχας β) (κατ* επέκτ.) ανόητος, ελαφρόμυαλος, βλάκας 2. (για πράγμ.) ανούσιος, ασήμαντος, χωρίς ενδιαφέρον ή καλό γούστο («χαζό έργο»). επίρρ... χαζά Ν με χαζό τρόπο («γελάει χαζά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < χάζι …   Dictionary of Greek

  • Odysseas Elytis — Saltar a navegación, búsqueda Odysseas Elytis Placa conmemorativa de Odysseas Elytis en la Logia Veneciana de Heraclión, en Creta …   Wikipedia Español

  • Odysséas Elýtis — Placa conmemorativa de Odysséas Elýtis en la Logia Veneciana de Heraclión, en Creta. Nombre completo Ο …   Wikipedia Español

  • Новогреческая литература — Греческая литература Древнегреческая литература (до 4 века) Византийская литература (4 15 века) Новогреческая литература (С 15 века настоящее время)  п·XV век (от османского покорен …   Википедия

  • σεΐρι — το, Ν θέα, χάζι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. seyir] …   Dictionary of Greek

  • haz — HAZ, (rar) hazuri, s.n. 1. Stare de bună dispoziţie, de voioşie; veselie. ♢ Vorbe de haz = vorbe spirituale, glume. ♢ expr. A face haz = a se veseli, a petrece glumind; (cu determinări introduse prin prep. de ) a face glume pe seama cuiva, a şi… …   Dicționar Român


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»